13 Αυγούστου 2025, ημερομηνία που δύσκολα θα σβήσει από τη μνήμη μου. Η μεγάλη πυρκαγιά είχε τυλίξει τον τόπο μας. Από τη μία άκρη της Πάτρας μέχρι την άλλη, χωριά εκκενώνονταν, σπίτια, καλλιέργειες και κόποι μιας ζωής παραδίδονταν στις φλόγες. Η φωτιά έφτασε να κάψει ακόμη και τα φύκια της θάλασσας, σαν να ήθελε να δείξει ότι δεν άφηνε τίποτε ανέγγιχτο.
Οι συγκυρίες με έφεραν εκείνο το βράδυ στον ναό, κοντά στο ποίμνιό μου, έτοιμος να προσφέρω ό,τι θα χρειαζόταν. Ο ναός έμεινε ανοιχτός όλη τη νύχτα. Το καντήλι έκαιγε αδιάκοπα μπροστά στην εικόνα του Χριστού· μια μικρή φλόγα μέσα στη μεγάλη φωτιά. Άλλοτε προσευχόμουν, άλλοτε παρακολουθούσα με αγωνία τις ειδήσεις, περιμένοντας κάθε καινούργια πληροφορία.
Παρακείμενο κατάστημα εστίασης έμεινε κι αυτό ανοιχτό. Άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν συνεχώς. Άλλοι ζητούσαν λίγο νερό, άλλοι κάτι να φάνε, άλλοι λίγη ξεκούραση. Ήταν φυσικό. Ο άνθρωπος που δοκιμάζεται έχει ανάγκη να στηρίξει και το σώμα του.
Κάποια στιγμή όμως γεννήθηκε μέσα μου ένας προβληματισμός.
Ο ναός ήταν επίσης ανοιχτός. Ήσυχος. Φωτισμένος μόνο από το καντήλι. Έτοιμος να δεχθεί οποιονδήποτε ήθελε να καθίσει για λίγο, να ηρεμήσει, να κλάψει, να προσευχηθεί ή ακόμη και να σιωπήσει μπροστά στον Θεό. Κι όμως, όσο θυμάμαι, κανείς δεν πέρασε το κατώφλι του.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι είχε ο καθένας στην καρδιά του εκείνες τις ώρες. Ο φόβος έχει πολλούς τρόπους να εκφράζεται, και μόνο ο Θεός γνωρίζει τον εσωτερικό αγώνα κάθε ανθρώπου.
Δεν έπαψε όμως να με απασχολεί το ερώτημα: μήπως έχουμε μάθει να αναζητούμε με ευκολία ό,τι ανακουφίζει το σώμα, αλλά δυσκολευόμαστε να αναζητήσουμε Εκείνον που αναπαύει την ψυχή;
Ο Χριστός δεν είπε ότι όποιος πιστεύει δεν θα συναντήσει θλίψεις. Αντίθετα, μας προειδοποίησε ότι «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε». Μας έδωσε όμως και τη βεβαιότητα της παρουσίας Του. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να μας γλιτώσει από κάθε δοκιμασία, αλλά για να μη μείνει κανείς μόνος μέσα σ' αυτήν. Ο ναός δεν είναι καταφύγιο επειδή έχει τσιμεντένιους τοίχους, αλλά επειδή κατοικείται από την παρουσία του Θεού.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο δράμα της εποχής μας να μην είναι ότι ο άνθρωπος έχασε την πίστη του. Ίσως είναι ότι ξέχασε πού να στραφεί όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Ξέρει πού θα βρει νερό για το σώμα του, αλλά δεν θυμάται πάντοτε πού αναβλύζει το «ὕδωρ τὸ ζῶν».
Εκείνη τη νύχτα ο ναός δεν περίμενε ανθρώπους ευσεβείς ούτε ανθρώπους δυνατούς. Περίμενε ανθρώπους κουρασμένους. Ανθρώπους φοβισμένους. Ανθρώπους που δεν είχαν πια λόγια, αλλά μόνο έναν στεναγμό. Άλλωστε, πολλές φορές η πιο αληθινή προσευχή δεν είναι τα πολλά λόγια· είναι απλώς η παρουσία του ανθρώπου ενώπιον του Θεού.
Από τότε συχνά επιστρέφω με τον νου μου σε εκείνη την εικόνα και αναρωτιέμαι: μήπως τελικά στις μεγάλες πυρκαγιές της ζωής μας έχουμε μάθει να φροντίζουμε κάθε άλλη ανάγκη, ενώ αφήνουμε τελευταία εκείνη που έχει περισσότερο ανάγκη από όλες να ξεδιψάσει: την ψυχή μας!
π. Σ.Μ.

