ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ και ΗΛΕΙΑΣ 1892 εως 1903


Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΔΑΜΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
                            Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
                                                                 κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
πηγή:  www.i-m-patron.gr






ΜΕΡΟΣ Α’
Στίς 25 τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, ἐτελέσαμε τά θυρανοίξια τοῦ ἐκ βάθρων ἀνακαινισθέντος Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἐπισκοπείου Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀνηγέρθη τό ἔτος 1899 ὑπό τοῦ ἀλήστου μνήμης, Ἀρχιεπισκόπου Πατρῶν καί Ἠλείας Ἱεροθέου τοῦ Μητροπούλου.
Ὁ ἴδιος Ἀρχιερεύς, εἶναι καί ὁ κτήτωρ τοῦ Ἐπισκοπείου Πατρῶν (1898), ἱδρυτής πολλῶν φιλανθρωπικῶν σωματείων, ἀγωνιστής ὑπέρ τῆς εὐσεβοῦς ἡμῶν πίστεως καί ὑπερασπιστής τῶν ἱερῶν καί τῶν ὁσίων τοῦ Γένους μας, ὡς διάδοχος ἡρώων καί μαρτύρων ὑπέρ τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος.
Ὁ Ἱερόθεος ἀγάπησε τήν Πάτρα, καί κατά τά δέκα χρόνια πού ἐποίμανε τόν Λαό τοῦ Θεοῦ στήν Ἀποστολική μας Μητρόπολη, ἠνάλωσε τόν ἑαυτό του, ὡς λαμπάς καιομένη, φωτίζουσα μέ τάς φεγγοβόλους ἀληθείας τῆς πίστεώς μας, θερμαίνουσα καί γλυκαίνουσα μέ τήν θαλπωρή τῆς ζεούσης ἀγάπης πρός τά πνευματικά του παιδιά.
Ὁ Πατραϊκός Λαός ἐτίμησε τόν λαμπρό του Ποιμενάρχη, τόν ἐνθυμεῖται μέ σεβασμό καί ὑποκλίνεται στήν μνήμη του, ἐνῷ πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περνοῦν ἀπό τόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί ἀνάβουν κερί πάνω στόν τάφο του, εὐγνωμονοῦντες γιά ὅ,τι προσέφερε στήν Ἀποστολική πόλη καί Μητρόπολή μας.
Κεντρική ὁδός τῆς πόλεως εἶναι ἀφιερωμένη σ’ αὐτόν τόν μεγάλο ἐκκλησιαστικό ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀνεσυγκρότησε τήν Μητρόπολή μας καί συνήγειρε τίς ψυχές τῶν Ὀρθοδόξων εἰς ἀγῶνας πνευματικούς. Εἶχε τήν ἱκανότητα νά συγκεντρώνῃ πέριξ αὐτοῦ συνεργάτας τούς ἀρίστους, γιά νά προωθῆται τό ὅλο Ἐκκλησιαστικό ἔργο, τό ὁποῖο ἐκάλυπτε ὅλους τούς τομεῖς (Λειτουργική ζωή, κατήχηση, θεῖο κήρυγμα, κοινωνική προσφορά, συγγραφικό ἔργο). Γιά τήν ἐποχή του ἦτο πολύ προοδευτικός καί  πρωτοπόρος, ἦτο ὁραματιστής.
Βοηθοί στό ἔργο του καί ἀρωγοί στήν προσπάθειά του, Κυρηναῖοι στόν Γολγοθᾶ του, οἱ ἀείμνηστοι Ἀρχιμ. Εὐσέβιος Ματθόπουλος, Ἠλίας Βλαχόπουλος, Πολύκαρπος Συνοδινός, Εὐγένιος Οἰκονόμου, Σπυρίδων Γιαννουλέας, Γαβριήλ Παπανικολάου, Γαβριήλ Φραγκούλιας κλπ.  
Στό Ἐπισκοπεῖο Πατρῶν εὑρέθη ἕνα τετράδιο, χειρόγραφο τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἱεροθέου, ὅπου σημειώνει μέ τό ἁγιασμένο χέρι του, πολλά στοιχεῖα ἄγνωστα σέ μᾶς, τόσο γιά τήν προσωπική του ζωή, ὅσο καί γιά κάποια ἀπό τά ἔργα του. Εἶναι περίληψη ἑνός μέρους τῆς εὐλογημένης ζωῆς του.
Μεταφέρομε κάποια στοιχεῖα ἀπ’ ὅσα διεσώθησαν στό προαναφερθέν τετράδιο.
Γράφει ὁ ἀοίδιμος Ἱερόθεος:
«Ἐγεννήθην εἰς Τρεστενά, χωρίον τοῦ Δήμου Δημητζάνης τῆς Γόρτυνος, τόν Ἰούλιον τοῦ 1839, ἐκ γονέων εὐσεβῶν Νικολάου καί Αἰκατερίνης. Βαπτισθείς δέ ὀνομάσθην Πέτρος.
Κατά τό τέταρτο ἔτος τῆς ἡλικίας μου ἤρχισα τά ἱερά γράμματα ἀπό τό «Σταυρέ(+) βοήθει μοι», α.β.γ. κλπ., μαθητευόμενος παρά τῆς διδασκαλίσσης τοῦ χωρίου Πελαγίας, καλογραίας οὔσης.
Τό 10-11 ἔτος τῆς ἡλικίας μου, ἐξ ἀναγνώσεως ἱερῶν βιβλίων, διηγέρθη ἐν τῇ καρδίᾳ μου ὁ πόθος καί ἡ ἐπιθυμία νά γίνω μοναχός. Τήν ἐπιθυμίαν μου ταύτην ἐδήλωσα πρός τούς γονεῖς μου ζητῶν παρ’αὐτῶν τήν εὐλογίαν καί τήν ἄδειαν πρός τόν σκοπόν τοῦτον. Ἀλλ΄ ὁ πατήρ μου τό πρῶτον δέν ἤθελε να μοί ἐπιτρέψῃ, καθ’ ὅτι ἤμην τό τελευταῖον τέκνον του καί μέ ἠγάπα περισσότερον τῶν ἄλλων ἀδελφῶν μου, ὡς υἱόν τοῦ γήρατός του. Τελευταῖον, ὅμως μετά 2 ἤ 3 ἔτη, βλέπων τήν ἐπιμονήν μου πρός τόν μοναχικόν βίον, ἔδωκέ μοι τήν ἄδειαν, εἰπών μοι τά ἀξιοσημείωτα ταῦτα: “Παιδί μου δέν θέλω νά σέ ἐμποδίσω πλέον ἀπό τόν δρόμον τῆς ἐπιλογῆς σου, ἵνα μή ἁμαρτήσω πρός τόν Κύριον. Πήγαινε μέ τήν εὐχήν μου καί ἄς στερηθῶ ἐγώ τῆς σωματικῆς προστασίας σου, ἵνα εὕρω ψυχικήν βοήθειαν”.
Λαβών οὕτω τήν ἄδειαν καί τήν εὐχήν τῶν σεβαστῶν μου γονέων ὡδηγήθην εἰς τήν Μονήν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου τήν 12ην τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου τοῦ 1853 καί ὑπετάγην εἰς τόν σεβάσμιον Γέροντα Ἱερόθεον Πετρόπουλον, Προηγούμενον, μεμακρυσμένον συγγενῆ μου, τοῦ ὁποίου ἔλαβον καί τό ὄνομα, ὅτι τό 1857 ἔλαβον τήν κουράν τοῦ μοναχοῦ...».
Διαβάζοντας αὐτό τό συγκλονιστικό κείμενο διαπιστώνουμε τά ἑξῆς.
Ὁ μακαριστός Ἱεράρχης ἐγεννήθη σέ χρόνους δύσκολους καί μάλιστα σέ μιά περιοχή ὀρεινή ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονταν γιά τό ζῆν κάτω ἀπό σκληρές συνθῆκες. Ὅμως ποτέ δέν ἔχασαν τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό. Αὐτή ἡ πίστη τούς ἐστήριξε καί τούς ἐβοήθησε νά μεγαλουργήσουν. Ἀπό αὐτά τά κακοτράχαλα τά βουνά, ἀναδείχθηκαν μεγάλες προσωπικότητες τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πατρίδος. Αὐτά τά πέτρινα «πεζούλια» ἀνέδειξαν τόν Ἅγιο Ἐθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε΄, τόν Ἐθνεγέρτη Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, καί τόσους ἄλλους Κληρικούς καί Λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τήν ζωή τους καί τό αἷμα τους γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα.
«Ὁ πατέρας του ἦτο ἀπό τά παλληκάρια τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τοῦ Πανουργιᾶ καί τοῦ Πλαπούτα. Ἐπικεφαλῆς 30-40 συγχωριανῶν του εἶχε λάβει μέρος στίς κυριώτερες μάχες τοῦ 1821: Καρύταινα, Λάλα, Τρίκορφα, Τρίπολη, Πάτρα, Δερβενάκια, Ἄργος...» (Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Ἱερόθεος Μητρόπουλος, ὁ φωτισμένος Ἱεράρχης, Ἑπτάλοφος, Ἀθῆναι 1993, σελ. 7).
Ἐντυπωσιάζει, ἀπό τίς σημειώσεις τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροθέου, ἡ ἀναφορά του στήν δασκάλα του, ἡ ὁποία ἦτο μοναχή, «καλογραία», ὡς χαρακτηριστικά σημειώνει. Ἡ ἀναφορά αὐτή εἶναι μιά ἀπάντηση σέ ὅσους διάκεινται ἀρνητικά στόν ρόλο πού ἔπαιξε ἡ Ἐκκλησία μας σέ πολύ δύσκολες καί σκληρές περιόδους γιά τό Γένος μας, τότε πού οὔτε Σχολεῖα συγκροτημένα ὑπῆρχαν, οὔτε Παιδεία ὀργανωμένη, οὔτε καί δάσκαλοι. Ὅμως ἡ ψυχή τοῦ Λαοῦ ἔμεινε ὄρθια, γιατί τά Ἑλληνόπουλα γαλουχήθηκαν μέ τά νάματα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης στήν Πατρίδα. Διατηρήθηκε ἡ γλῶσσα μας, ἡ Ὀρθόδοξη ταυτότητά μας, ἡ ἰδιοπροσωπία μας. Πόσα χρωστᾶμε στούς Μοναχούς καί τίς Μοναχές μας πού κρατώντας τό κερί καί τό «χτωήχι» στό χέρι ἀνάστησαν τίς ἀποσταμένες τοῦ Γένους ἐλπίδες!
Συγκινεῖ ἐπίσης, τό ὅτι στήν ἡλικία τῶν τεσσάρων ἐτῶν              —ναί, τῶν τεσσάρων ἐτῶν!— μαθαίνοντας τήν «Ἄλφα-βῆτα», ἄρχισε τήν μαθητεία καί στά ἱερά γράμματα μέ τήν φράση «Σταυρέ(+) βοήθει μοι». Γιά κάποιον πού γνωρίζει ἀπό διδακτική μέθοδο δέν εἶναι παράδοξο ὅτι ὁ Ἱεράρχης σημειώνει τό Σταυρό μέ τό ἱερό του σχῆμα. Ὑπάρχει ἡ διδακτική ἀρχή: «Δίδασκε ἐποπτικῶς». Φαίνεται καθαρά ὅτι ἡ ἁπλῆ καλογραία, μέ τίς γνώσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, χρησιμοποιοῦσε σωστή διδακτική μέθοδο, παρουσιάζοντας τόν Τίμιο Σταυρό στόν νεαρό Πέτρο, τίς Ἱερές Εἰκόνες καί τά ἄλλα τῆς Ἐκκλησίας μας ἱερά σύμβολα. Μέσα ἀπό τέτοια κατάθεση ψυχῆς τῆς «καλογραίας» Πελαγίας, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἑλλάδα, ἡ Πάτρα ἐκέρδισαν καί ἀπήλαυσαν ἕνα Ἱεράρχη μεγάλου πνευματικοῦ βεληνεκοῦς. Τί θά εἶχαν νά εἴπουν ἆρα γε σήμερα ὅσοι ὑποστηρίζουν τήν «ἄθεη» παιδεία καί τά «ἄθεα» γράμματα, γιά νά θυμηθοῦμε τά λόγια τοῦ μεγάλου Ἐθνοϊερομάρτυρος καί Ἐθναποστόλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ;
Ὅμως ἡ καρδιά πάλλει ἀπό συγκίνηση καί ἡ ψυχή καταλαμβάνεται ἀπό δέος, ὅταν ἀναγινώσκῃ κανείς τά περί τοῦ πόθου του 11/ετοῦς Πέτρου νά γίνῃ μοναχός. Ποιός ἐφύτευσε σ’ αὐτή τήν ἁγνή παιδική ψυχή αὐτόν τόν πόθο; Εὔκολα θά ἔδιδε κάποιος τήν ἀπάντηση. Ἡ «καλογραία»! Ἀλλ΄ ὄχι. Τόν πόθο αὐτό σέ μιά παιδική ψυχή, τόν τόσο ἱερό πόθο, γιά τήν ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση στόν Θεό, δέν τόν φυτεύει ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ Πελαγία δέν ἐδίδασκε μόνο τόν Πέτρο, ἀλλά καί τά ἄλλα παιδιά τοῦ χωριοῦ. Ὁ Πέτρος ὅμως ξεχώρισε. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τόν εἶχε θαυμαστά ἐπισκιάσει.
Θά σταθῶ καί στήν ἀντίδραση τοῦ πατέρα, ὅταν ἐπληροφορήθη τήν ἐπιθυμία τοῦ μικροῦ του υἱοῦ νά μονάσῃ «Τό παιδί μου, θέλει νά γίνῃ μοναχός. Τό παιδί θά πάῃ στό Μοναστήρι. Καί εἶναι ἡ ἀπαντοχή μου. Τό τελευταῖο, τό ἀγαπημένο μου παιδί...». Ἡ πρώτη ἀντίδραση φαίνεται φυσιολογική. Ὅλοι οἱ γονεῖς κάνουν κάποια ὄνειρα γιά τά παιδιά τους. Κάποιες φορές ἡ ἀντίδραση εἶναι μεγαλύτερη. Ἀλλ’ ὁ Πέτρος ἐπιμένει. Ὁ πατέρας κατανοεῖ. Εἶναι θέλημα Θεοῦ. Γονατίζει προσεύχεται, δίδει τήν εὐχή του στό παιδί. Ἀληθῶς δέν μπόρεσα νά συγκρατήσω τά δάκρυά μου, διαβάζοντας τά ὅσα σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Προκάτοχός μου ἐπ’αὐτοῦ. Ἀποκαλεῖ τά λόγια τοῦ πατρός του «ἀξιοσημείωτα», καί ὄντως εἶναι. «Παιδί μου πάρε τήν εὐχή μου, δέν θέλω νά σέ έμποδίσω... ἵνα μή ἁμαρτήσω πρός Κύριον... ἄς στερηθῶ ἐγώ τῆς σωματικῆς προστασίας σου, ἵνα εὕρω ψυχικήν βοήθειαν...».
Τί ὑπέροχα λόγια, βγαλμένα ἀπό τήν ψυχή ἑνός ἀγράμματου, ταπεινοῦ, βουνήσιου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θεολογεῖ μέ τῆς καρδιᾶς του τήν ἁπλότητα καί τήν πηγαία εὐσέβεια!
Τίποτα δέν εἶναι δικό μας. Ὅλα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή μας, τά παιδιά μας, ὅλα τά ἀγαθά... εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ὁ πατέρας προσφέρει μέ τήν καρδιά του στόν Θεό, ἀντίδωρο τῆς οὐράνιας δωρεᾶς Του, τό ἴδιο τό παιδί του. «Τά σά ἐκ τῶν σῶν, σοί προσφέρομεν Κύριε...».
Ἔτσι ἀρχίζει ἡ θαυμαστή πορεία τοῦ Ἱεροθέου γιά τίς πνευματικές κορυφές, μιά πορεία πού ἄρχισε ἀπό τό χωριό Τρεστενά, σημερινή Μελισσόπετρα τῆς Ἀρκαδίας, καί κατέληξε στήν μεγαλώνυμη Πάτρα.
Τήν πορεία αὐτή θά παρακολουθήσουμε στό Β’ μέρος τῆς ἀναφορᾶς μας στήν προσωπικότητα τοῦ ἀοιδίμου Ἱεροθέου.


ΜΕΡΟΣ Β’

Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1853, ὁ νεαρός Πέτρος ἐγκαταλείπει τά Τρεστενά, τό ὄμορφο χωριό του, καί μέ τήν εὐχή τῶν γονέων του, φτάνει στήν κλεινή καί γεραρά Μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, γιά ἀγῶνες ἀσκητικούς κοντά στόν σεβάσμιο Γέροντα Ἱερόθεο Πετρόπουλο.
            Ὁ Μητροπολίτης Ἱερόθεος σημειώνει στό τετράδιό του:
«Εἰς τό Μέγα Σπήλαιον ὑπετάγην εἰς τόν σεβάσμιον Γέροντα Ἱερόθεον Πετρόπουλον, Προηγούμενον, μεμακρυσμένον συγγενῆ μου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἔλαβον, ὅτι τό 1857 ἔλαβον τήν κουράν τοῦ Μοναχοῦ.
            Μετά δέ δύο ἔτη, ἤτοι τό 1859, ἐκλήθην εἰς Ἀθήνας ὑπό τοῦ νεοχειροτονηθέντος Ἐπισκόπου Γυθείου Ἰωσήφ, ὅστις μέ ἐχειροτόνησεν Ἱεροδιάκονον τήν 29ην Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Πετράκη, καί ἠκολούθησα αὐτόν εἰς τήν ἐπαρχίαν του».
            Ἀπό τίς παραπάνω σημειώσεις φαίνεται ὁ ἱερός ζῆλος τοῦ νεαροῦ Πέτρου νά εἰσέλθῃ στίς αὐλές τοῦ Κυρίου καί νά ἐνδυθῇ τό Ἀγγελικό Σχῆμα. Ὅμως, ὑποτάσσεται καί μαθητεύει κοντά σέ «σεβάσμιο» Γέροντα, γιατί ὁ μοναχικός δρόμος εἶναι κοπιώδης και δύσκολος. Χρειάζεται ὁδηγός ἀπλανής γιά τήν κατά Θεόν πορεία. Πολλές φορές χωρίς πνευματική δοκιμασία, χωρίς ὑποταγή, χωρίς ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος, ὁδηγοῦνται εὐσεβεῖς νέοι μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι καλά καί εὐλογημένα παιδιά, στόν μοναχικό βίο. Ἡ ἀπειρία ὅμως δημιουργεῖ ναυάγια, καί ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ προκειμένου νά καταπίῃ τούς ἀδοκίμους ἀγωνιστάς. Ὁρμώμενος ἀπό τό ἁγιασμένο παράδειγμα τοῦ Ἱεροθέου, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νά θίξω τό τόσο σημαντικό αὐτό θέμα, ἀπό τό ὁποῖο ἀξαρτῶνται πολλά ὡς πρός τήν πορεία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων καί τήν πνευματική πρόοδο τῶν Μοναχῶν ἀλλά καί ὅλων τῶν Κληρικῶν.
            Καί συνεχίζει ὁ μακάριος ἀνήρ:
«Ἐκεῖ, ἐν Γυθείῳ, διήκουσα τά Σχολαρχιακά μαθήματα, καί τό 1862 κατετάχθην μαθητής ἐν τῇ ἐν Ἀθήναις Ῥιζαρείῳ Σχολῇ. Εἶτα, συμπληρώσας ἐπί τριετίαν τά ἐγκύκλια μαθήματα, ἐνεγράφην το 1866 φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ἐκήρυττον δέ και τόν θεῖον λόγον ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ἱεροδιάκονος ὤν ἐν αὐτῷ». 
            Ἡ Θεολογία στηρίζεται στήν πνευματική ζωή, ὅπως βιώνεται μέ τήν προσευχή καί τήν ἐσωτερική σχέση μέ τόν Θεό, μέσα στήν Ἐκκλησία, τελειουμένη διά τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων. Ὁ Ἅγιος ΝεῖλοςἈσκητής λέγει: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς, καί εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ». Αὐτήν τήν γνώση καλλιεργοῦσε ἐμπειρικά ὁ πολύς Ἱερόθεος. Ὅμως δέν παρέλειψε νά καλλιεργήσῃ καί τήν θύραθεν σοφία, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶναι δῶρον Θεοῦ. Ἔτσι ὁ νεαρός Διάκονος, παράλληλα μέ τά καθήκοντά του στόν Ἱερό Ναό, τά ὁποῖα ἐπιτελοῦσε μέ σεμνότητα καί ἱεροπρέπεια καί σύνεση γεροντική, καίτοι νέος εἰς τήν ἡλικία, μελετᾶ καί τήν ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας, στά ἕδρανα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
            Τότε ἡ Θεολογική Σχολή ἦτο φυτώριον ἁγιότητος. Τώρα χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας γιά να κρατηθοῦν οἱ Σχολές σέ αὐτά τά πνευματικά ὕψη, ἀφοῦ οἱ καιροί ἔχουν ἀλλάξει τόσο πολύ, καί τό πνεῦμα τῆς ἐκκοσμίκευσης ἔχει ἐπηρεάσει τά πάντα. Πιστεύουμε ὅτι παρά τήν  πνευματική κρίση, καί σήμερα οἱ Θεολογικές μας Σχολές, μέσα ἀπό τόν ἀγῶνα καί τίς προσπάθειες κατηρτισμένων καθηγητῶν καί τήν παρουσία εὐλογημένων φοιτητῶν, συνεχίζουν τήν προσφορά τους στήν Ἐκκλησία καί τό Ἔθνος.
            Ἄς προχωρήσωμε ὅμως στίς σημειώσεις τοῦ κλεινοῦ Ἱεράρχου:
            «Τήν 18ην Ἰουλίου τοῦ 1870 διωρίσθην ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τοῦ Ὑπουργείου, ἱεροκῆρυξ ἔκτακτος ἐν τῷ Νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι ἤκμαζεν ἡ ληστεία ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἰδίως τῆς Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας. Τήν δέ 20ην Φεβρουαρίου 1872 διωρίσθην ἔκτακτος ἱεροκῆρυξ εἰς τόν Νομόν Λακωνίας, καί ἐκεῖθεν τό 1875 μετετέθην εἰς τόν Νομόν Φθιώτιδος. Ἀλλά τό ἑπόμενον ἔτος παρῃτήθην τῆς Δημοσίου θέσεως τοῦ ἱεροκήρυκος, καί ἔλαβον τήν Διεύθυνσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐφημερίδος “ἡ Εἰρήνη”, καί εἶτα τοῦ “Λόγου”, διδάσκων ἅμα καί κηρύττων τόν θεῖον λόγον ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ κ. Ἀ. Μακράκη, ἧς μέλος ἀπετέλουν, ὅτι καί Πρόεδρος ἅμα τοῦ θρησκευτικοῦ Συλλόγου “Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής”».
            Ζῆλος θερμουργός κατέχει τήν ψυχή τοῦ νεαροῦ κληρικοῦ. Ἀγῶνες σέ ἐποχές δύσκολες, καί σέ ἀκόμα δυσκολώτερες περιοχές, γιά νά φυτεύσῃ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τόν Χριστό καί τήν ἀλήθεια τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Μελετώντας τήν ἁγιασμένη ζωή τοῦ Ἱεροθέου, ἀντιλαμβάνεται κανείς τούς κόπους καί τούς μόχθους πού κατέβαλλαν τότε οἱ ἱεροκήρυκες, προσφέροντας τήν ἴδια τήν ζωή τους γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Πόσα ὀφείλει τό Ἔθνος μας σ’ αὐτές τίς σεβάσμιες μορφές, πού κρατώντας τό ῥαβδί στό χέρι καί τό δισάκι στόν ὦμο, ἀνηφόριζαν σέ δρόμους δύσβατους καί βουνά γιά νά μορφώσουν στίς ψυχές Ἰησοῦν Χριστόν Ἐσταυρωμένον καί Ἀναστάντα. Γιά νά ἡμερέψουν τίς καρδιές καί να γεφυρώσουν χάσματα. Γιά νά ἐπουλώσουν πληγές, καί να διδάξουν, ἀκόμη, τά Ἑλληνικά Γράμματα.
            Ἐμεῖς οἱ νεώτεροι Ἱεροκήρυκες ἀγωνιστήκαμε κάτω ἀπό διαφορετικές συνθῆκες, πού διευκόλυναν, ὄχι μόνο τίς μετακινήσεις μας, ἀλλά καί τό ὅλο ἔργο μας. Ὅμως, ἐάν ἕνας διδάσκαλος τῶν Θείων Ἀληθειῶν ἐπιθυμῇ νά ἐπιτύχῃ ὄντως στό ἅγιο ἔργο του, δέν ἔχει παρά νά καθρεφτίζεται κάθε ἡμέρα στίς λαμπρές μορφές τῶν ἀγωνιστῶν αὐτῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπότισαν μέ τόν ἱδρῶτα τους καί τό αἷμα τους τά χώματα τῆς Ὀρθοδόξου Πατρίδος μας. Θα σταθῶ ὅμως καί στήν σημείωση τοῦ Ἱεροθέου σχετικά μέ τόν διορισμό του ἀπό τό Ὑπουργεῖο στήν Αἰτωλοακαρνανία «ὅτι ἤκμαζεν ἡ ληστεία...». Τότε τό Κράτος χρησιμοποιοῦσε καί τήν δύναμη τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν καταστολή τῆς παραβατικότητος. Ἀξιοποιοῦσε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τούς καταξιωμένους ἐργάτας τοῦ Εὐαγγελίου. Μακάρι καί τώρα νά κατανοήσῃ ἡ Πολιτεία αὐτήν τήν ἀνάγκη, καί νά ἀξιοποιήσῃ αὐτήν τήν πνευματική δύναμη γιά θεραπεία τῶν παθῶν καί ἔξοδο ἀπό τήν πνευματική κρίση ἡ ὁποία μαστίζει τήν χώρα μας. 
            Ἄς παρακολουθήσωμε ὅμως τά ὅσαἴδιος ἀναφέρει στήν συνέχεια γιά τόν ἑαυτό του:
«Το 1879, καταγγελθέντος τοῦ κ. Ἀπόστολου Μακράκη ἐπί ἀντιθέτους τῇ Ἐκκλησίᾳ δοξασίας, συγκατηγορήθην κἀγώ μετ’ ἄλλων συναδέλφων μου κληρικῶν ὡς ὁμοφρονοῦντες τῷ κ. Μακράκῃ, καί κατεδικάσθημεν ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς πολυετῆ ἐξορίαν ἐγώ μέν εἰς τήν ἐν Ἄνδρῳ Μονήν τῆς Παναχράντου, καί ἐκεῖθεν εἰς τήν ἐν Πάρῳ Μονήν τῆς Λογγοβάρδας, ἔνθα καί διέμενον ἐπί δύο ἔτη, οἱ δε ἄλλοι συνάδελφοί μου εἰς ἄλλας Μονάς τοῦ Κράτους.
            Ἐπανελθόντες εἰς Ἀθήνας, προσήλθομεν ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τό 1884, και ἐζητήσαμε συγγνώμην, ἥτις καί ἐδόθη ἡμῖν. Συγχρόνως δέ ἡ Σύνοδος μέ ἐπρότεινε ὡς ἱεροκήρυκα εἰς τόν Νομόν Αἰτωλοακαρνανίας, καί διωρίσθην ὑπό τοῦ Ὑπουργείου τήν 3ην Δεκεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους.
            Τό ἑπόμενον ἕτος, 1885, Αὐγούστου 6, μετετέθην εἰς τόν Νομόν Ἀττικῆς, ἔνθα καί διατελῶ ἤδη Ἱεροκῆρυξ.
                                    Ἐν Ἀθήναις τῇ 25ῃ Σεπτεμβρίου 1885
                                  Ἀρχιμανδρίτης Ἱερόθεος Μητρόπουλος, Ἱεροκῆρυξ».
 
            Ἀπό τίς παραπάνω γραμμές φαίνεται ἡ πονεμένη ἱστορία τοῦ Ἱεροθέου, ἡ ἔχουσα σχέση μέ τόν Ἀπόστολο Μακράκη. Δέχθηκε μέ ὑπομονή τήν ἐξορία, καί τήν ἐκμεταλλεύτηκε πνευματικά στά Μοναστήρια ὅπου έγκαταβίωσε ὡς ἔγκλειστος. Ἡ ὑπακοή του στήν Ἐκκλησία τόν ὕψωσε, καί ὁ Κύριος τόν ἐχαρίτωσε. Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀτελεῖς, καί γιά τοῦτο πολλάκις σφάλλουμε. Ἡ ἐκζήτηση τῆς συγγνώμης καί ἡ ταπείνωση —ἔστω καί ἄν κάποτε, ἀνθρωπίνως, ἔχομε ἀδικηθῆ— προδίδουν ἀδαμάντινους χαρακτῆρες, ὅπως ἦτανἹερόθεος. Μετά ἀπό αὐτήν τήν δοκιμασία, τήν προσευχή, τήν πνευματική περισυλλογή καί τήν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, ἦλθε ἡ κατά Θεόν δόξα, ἀφοῦ ὁ ταπεινός Ἱερόθεος ἀνῆλθε στόν Ἀρχιερατικό Θρόνο Πατρῶν καί Ἠλείας.
            Αὐτή τήν δοξασμένη πορεία θά παρακολουθήσωμε στό Γ’ μέρος τῆς ἀναφορᾶς μας στή σεπτή μορφή τοῦ ἀοιδίμου Ἱεροθέου.          


ΜΕΡΟΣ Γ’
«Διετέλεσα ς εροκήρυξ το Νομο ττικοβοιωτίας 7 τη, διδάσκων τόν θεον λόγον ες θήνας καί καθ’ λον τόν Νομόν.
Τήν 20ήν Νοεμβρίου 1892 πρότεινέ με ερά Σύνοδος ς ποψήφιον τς ρχιεπισκοπς Πατρν καί λείας, καί τήν 25ην το δίου μηνός νεκρίθην πό το Βασιλέως ς ρχιεπίσκοπος ατς. Τήν δέ 6ην Δεκεμβρίου το ατο τους, μέραν το γίου Νικολάου, χειροτονήθην ρχιερεύς ν τ Μητροπόλει θηνν πό το Μητροπολίτου Γερμανο Καλλιγ καί τν Συνοδικν Νεοφύτου Λαρίσσης, Γρηγορίου Δημητριάδος καί Μισαήλ Θαυμακο.
Παρέμεινον ες θήνας μετά τήν χειροτονίαν μου μέχρι τέλος το μηνός Δεκεμβρίου, καί τήν 3ην ανουαρίου 1893 λθον ες Πάτρας, νθα γένετό μοι μεγάλη καί πιβάλλουσα ποδοχή πό τν ρχν τς πόλεως καί τν πολιτν ατς.
Κατά τήν πρότασιν καί χειροτονίαν μου Πρωθυπουργός το Χαρ. Τρικούπης καί πουργός τν κκλησιαστικν Κ. Κοσονάκος.
 
ν Πάτραις τ 10  ανουαρίου 1893.
Πατρν καί λείας ερόθεος»
 
            Ατά σημειώνει σχετικά μέ τήν κλογή, τήν χειροτονία του ες πίσκοπον, καί τήν γκατάστασή του στήν Πάτρα, οίδιμος ερόθεος. Στήν πόλη το γίου νδρέου τόν περιμένει πολλή πνευματική ργασία. ερός Κλρος χρειάζεται κατάρτιση καί πνευματική οκοδομή. ναζητε τούς καταλλήλους καί χειροτονε τούς ξίους μετά πό προσεκτική πνευματική ξέταση καί ξαντλητική ρευνα γιά τό θος καί τήν εσέβειά τους. Ο ερες κάθε Σάββατο παρακολουθοσαν τήν διδαχή το δίου το πισκόπου, ν συνέστησε καί ερατική Σχολή στήν ρχιεπισκοπή. βαθύς του πόθος το νά ερατεύουν στό ερό Θυσιαστήριο γιοι Κληρικοί.
            Παράλληλα τόν πασχολοσε πνευματική κατάρτιση το Λαο. Τά κηρύγματά του παιδαγωγικά, παρακλητικά, λλά καί λεγκτικά. ξέδιδε περιοδικά, δρυσε εραποστολικούς συλλόγους («πόστολος νδρέας» καί «ρθοδοξία»), νδιεφέρθη γιά τήν ερά ξομολόγηση, δρυσε βιβλιοθήκη, Σχολή πόρων παίδων, Σχολή το Λαο. γωνίστηκε γιά τήν ργία τς Κυριακς, καί περιώδευε συνεχς στά χωριά, στε νά στηρίζ καί νά διδάσκ τό ποίμνιό του.
            «Ο βασικοί τομες λης ατς τς δραστηριότητος εναι πό τό να μέρος μόρφωση κλήρου καί λαο, πό τό λλο σθεναρά στάση ναντι ρχν καί ξουσιν. Ο δύο ατές πλευρές το ργου δείχνουν καί τίς δύο πλευρές τς προσωπικότητός του: οκοδομητικός καί γωνιστικός, στοργικός, λλά καί γενναος...» (ρχιμ. λία Μαστρογιαννοπούλου, ερόθεος Μητρόπουλος, φωτισμένος εράρχης, κδ. πτάλοφος, θναι 1993, σελ. 11).
            Τό κλειδί μως γιά τήν πιτυχία το ργου του ταν τό τι εχε τήν δυνατότητα, τό χάρισμα, φ’ νός μέν νά πιλέγ τούς ρίστους ς συνεργάτας, φ’ τέρου δέ νά τούς μπνέ σέ ργα θαυμαστά καί μεγάλα.
            Χωρίς συνεργάτας καί ργάνωση, κανένα ργο δέν εναι δυνατόν νά πιτευχθ. Κυρηναοι στό ργο το εροθέου λθαν ο ρχιμανδρίτες λίας Βλαχόπουλος, Εσέβιος Ματθόπουλος (γυιός τς δελφς το εροθέου), Πολύκαρπος Συνοδινός, Εγένιος Οκονόμου, Σπυρίδων Γιαννουλέας, Γαβριήλ Παπανικολάου, καί Γαβριήλ Φραγκούλης. 
            Μνημειώδεις εναι ο γκύκλιοι τίς ποες ξαπέλυσε μετά τήν νθρόνισή του στόν ρχιεπισκοπικό θρόνο τν Πατρν, ο ποες φορον στήν κατάρτιση τν ερέων, στίς ρμοδιότητες καί ποχρεώσεις τν κκλησιαστικν Συμβουλίων, στά κηρύγματα, καί στά Μυστήρια τς κκλησίας.
            Στό περιοδικό «γάπη» στίς 16.9.1894, ναφέρονται τά ξς: « δέ κλρος τν Πατρινν; πως δυστυχς κλρος τς λλάδος. λλ’ εχον τήν ετυχίαν α Πάτραι ν’ ποκτήσουν πρωθιεράρχην χι ελογοντα ποκριτικς τό ποίμνιόν του καί θωπεύοντα μακαρίως τήν πατριαρχικήν γενειάδα του, λλά κληρικόν φίλον τς κκλησίας, τς προόδου, τν μεταρρυθμίσεων. Σεβ. Πατρν καί λείας κ. Μητρόπουλος πεχρέωσεν παντας τούς π’ ατόν κληρικούς νά προσέρχωνται καθ’ βδομάδα —κατά δέ τήν Μ. Τεσσαρακοστήν καθ’ κάστην— ες τόν μητροπολιτικόν ναόν, που γίνεται διδασκαλία χι μακαρονική, καδημαϊκή, λλά διδασκαλία πειραματική, οτως επεν. χι ματαιολογίαι περί τς θεωρίας, τν τύπων, λλά ζωνταναί πραγματεαι πί τς οσίας, τούς δέ ποψηφίους διά τό ερατικόν σχμα μή νομίζετε τι μετά πρώτην σύστασιν τούς μεταμορφώνει ες ρασοφόρους. χι. Τούς προπαιδεύει, τούς προδοκιμάζει καταλλήλως, κάποτε δέ —τούς λιγογραμμάτους— τούς στολίζει μέ γράμματα, καί ταν πεισθ τι μπορον νά κπληρώσουν τά καθήκοντά των, ετε ς διάκονοι, ετε ς ερες, προβαίνει ες τήν κουράν των».
Στό διο περιοδικό στίς 4.6.1895 διαβάζομε τι ερόθεος, περιοδεύοντας πί 16 μέρες στήν περιοχή λείας «δέν φκε χωρίον, οδέ τόλάχιστον, τό ποον νά μή πισκεφθ, καί εἰς τό ποον νά μή κάμ δύο τρες θρησκευτικάς ὁμιλίας. νδρες καί γυνακες, μικροί καί μεγάλοι, χωρικοί καί ἀγρόται, ποιμένες καί ποιμενίδες, πσα ψυχή τοῦ δήμου (λένης) νωτίσθησαν τά ρήματα τς σωτηρίαςκ το πνευματικο ποιμενάρχου των. Οτος ν τῇ εαγγελικ περιοδεί του παρακολουθετοπό δύο γερόντων πνευματικν, το ρχιμ. κ. Εὐγενίου Οκονόμου καί το χαίροντος φήμηνσκητο κ. Κυρίλλου. ,τι μαρτύρει τήνποτελεσματικότητα το κηρύγματος εναι τοτο,τι ο νθρωποι εθύς μετά τήν διδασκαλίανπεζήτουν τήν ξομολόγησιν, ες τρόπον στε, καί 10 πνευματικοί πατέρες ἄν πρχον, θά εἶχον ργασίαν δι’ ὅλης τς μέρας. λλ’ μέν θερισμός πολύς, οἱ δέ ργάται λίγοι. μοίως πολλήν καί καλήνξομολογήσεως ργασίαν καμεν ν Πύργ καί Πρωτοσύγκελλος το ρχιερέως κ. Γαβριήλ Παπανικολάου. μυχία εχή παντός χριστιανο εναι νάνισχύσῃ Κύριος καί νά πληθύν τούς ργάτας τοῦ μπελνος ατο ν πάσ τῇ Ὀρθοδόξ κκλησί, διότι πολλοί καί σχυροί οἱ πολέμιοι καί μεγάλη κπτωσις».  
Σημειώνομε τι πόφαση γιά τήν νέγερση το περικαλλος Νέου ερο Ναο το γίου νδρέου Πατρν λήφθη πί οιδίμου εροθέου τό 1894. μως δέν ετύχησε νά θεμελιώσ τόν Ναό.
ερόθεος δωσε λο τό βάρος το νδιαφέροντός του στόν π’ ατόν ερό Κλρο καί τόν περιούσιο Λαό το Θεο καί λησμόνησε παντελς τόν αυτό του, φαρμόζων στήν ζωή του, τούς λόγους το γίου ποστόλου Παύλου: «Ζ δέ οκέτι γώ, ζε δέ ν μοί Χριστός».
πέρμετρος ζλος καί νυχθημερόν ργασία του τόν δήγησαν ες σωματικήν σθένειαν, τήν ποία διος περιγράφει στίς σημειώσεις του ς ξς:
«Τόν κτώβριον το 1895 σθένησα κ κρυολογήματος καί πυρετο σχυρο. Τότε νεκαλύφθη πό το ατρο ω. Βερροίου τι κατέχομαι πό ζαχαρώδους διαβήτου. Μετέβην ες θήνας πρός θεραπείαν. ποβληθείς ες αστηράν δίαιταν πό τν ατρν ρφανίδου, Κ. Δηλιγιάννη καί σημ, πηλλάγην σχεδόν, περιορισθέντος κατά πολύ το νοσήματος. λλά κατά τάς ρχάς Σεπτεμβρίου 1896 σθένησα πάλιν ερισκόμενος ες περιοδείαν καί νεφάνη τό νόσημα το διαβήτου.
πίσης τήν 30ην ανουαρίου 1898 σθένησα πικινδύνως, δέ Κύριος χαρίσατό μοι τήν ζωήν, ο τό θεον νομα εη ελογημένον».
δευτέρα περίπτωσις τς σθενείας του, συνέβη στό χωριό Μορα, ν  λειτουργοσε μακαριστός ερόθεος στόν ερό Ναό το γίου ωάννου το Θεολόγου. κε ασθάνθηκε ζάλη καί πεσε ες λιποθυμίαν. Μετεφέρθη μέ τά μέσα τς ποχς  κείνης στήν Πάτρα, ταλαιπωρημένος πολύ, λλ’ ετυχς ο γιατροί κατάφεραν νά τόν σώσουν.
μως λαμπρός εράρχης τν Πατρν νδιεφέρθη καί γιά τήν νέγερση το ρχιεπισκοπικο Μεγάρου Πατρν καί το ερο Παρεκκλησίου το γίου ωάννου το Θεολόγου, τό ποο πρό λίγων μηνν, νεκαινίσαμε κ βάθρων καί παρεδώσαμε πισήμως καί πάλι, μετά πό τήν λαμπρή τελετή τν Θυρανοιξίων, στήν Θεία Λατρεία (25-9-2012).
πίσης σημειώνομε τι τό ρχιεπισκοπικό Μέγαρο νεκαινίσθη τό πρτον ν τει 1980 πό το ειμνήστου Προκατόχου μν Νικοδήμου, ετα δέ νεκαινίσθη πασα οκοδομή σωθεν καί ξωθεν, φ’ μν ν τει 2011.
ς παρακολουθήσωμε τί γράφει γιά ατά τά δύο ερά κτήρια ερόθεος.
«Τό τος 1898-1899, πό τς 14ης πριλίου, δηλονότι το 1898, μέχρι τς 10ης πριλίου το 1899 κοδόμησα τήν ρχιεπισκοπή. Κατκησα δέ ν ατ τήν 12ην Μαΐου δίου τους 1899.
δαπανήθησαν διά τήν οκοδομήν,
ες γοράν μέν το οκοπέδου        δραχ. 31.714,33,
ες τήν οκοδομήν δέ                                     47.282,50
τοι τό λον                                                   78.996,50
 
Εσέπραξα κ διαφόρων συνδρομν        δραχ. 26.165
μέτερα ξοδα καταβολή                                   52.831,50
(Σύνολον)                                                                   78.996,50
ν Πάτραις τ 3  ουλίου 1899
Πατρν καί λείας ερόθεος».
 
Τό δέ Παρεκκλήσιον «ρξατο ρχάς Μαΐου καί λθεν ες πέρας τήν 24ην Δεκεμβρίου 1899. γένοντο δέ τά γκαίνια ατο τήν 27ην δίου μηνός καί τους, μέραν το πρωτομάρτυρος γίου Στεφάνου. στε διήρκεσεν οκοδομή το . Ναο πτά μνας.
Τό λον τς δαπάνης, μετά τς τοιχοποιΐας το περιβόλου ατο, π’ ρχς μέχρι τς μέρας τν γκαινίων
φθασεν ες                               δραχ. 17.284,75
ες τερα διάφορα ξοδα
                 το ερο Ναο                     4.552___
(Σύνολον)                                             21.836,75
ν Πάτραις τ 8  Φεβρουαρίου 1900
Πατρν καί λείας ερόθεος».
 
λλ’ νεφέρθη νωτέρω τι μακαριστός προκάτοχος μν καί πιφανής εράρχης εχε στάση θαρραλέα ναντι τν ρχν καί ξουσιν. Τά κείμενά του μνημειώδη ναντίον τν κακοδόξων, τν Δυτικν προπαγανδιστν, λλά καί τν μασσόνων, φο ς σημειώνει διος, «τόν Νοέμβριον το 1898 νεφύει ν Πάτραις τό Μασσονικόν ζήτημα».


 




Δείτε επίσης



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...