Αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν στάθηκε η παρουσία μου, πριν από λίγες ημέρες, σε ένα μικρό χωριό. Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά και η κωδωνοκρουσία είχε διάρκεια. Κάποιος ίσως να το χαρακτήριζε υπερβολή. Εγώ, όμως, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ πως, σε έναν τόπο όπου οι άνθρωποι λιγοστεύουν χρόνο με τον χρόνο, η καμπάνα εξακολουθεί να κάνει αυτό που έκανε πάντοτε: να καλεί, να υπενθυμίζει, να ενώνει.
Σχεδόν αμέσως ήρθε στη μνήμη μου μια εντελώς διαφορετική εμπειρία από ένα άλλο χωριό. Εκεί, κάποιοι κάτοικοι, την ημέρα που αποχωρούσαν από το σπίτι τους, είπαν στον ιερέα, με αφορμή –όπως υποστήριζαν– την «ηχορύπανση» από τις καμπάνες: «Σας αδειάζουμε τη γωνιά...». Τους ενοχλούσε η καμπάνα του ναού σε κάθε της έκφανση: είτε καλούσε τους πιστούς στη λατρεία, είτε συνόδευε με τον πένθιμο ήχο της την εκδημία ενός χριστιανού, είτε σήμαινε τις ώρες από το ρολόι του ναού.
Η φράση αυτή έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου, γιατί με έκανε να αναρωτηθώ πόσο διαφορετικά μπορεί να βλέπει κανείς αυτό που, για άλλους, αποτελεί κάλεσμα, παράδοση και σημείο αναφοράς ενός τόπου.
Και τότε γεννήθηκε μέσα μου ένας προβληματισμός. Όχι τόσο για τις καμπάνες, όσο για τις αντιθέσεις της εποχής μας.
Ζούμε σε μια εποχή αντιφάσεων. Μια εποχή που μιλά διαρκώς για δικαιώματα, ανεκτικότητα και σεβασμό στη διαφορετικότητα, αλλά συχνά δυσκολεύεται να ανεχθεί ακόμη και την παρουσία της θρησκευτικής παράδοσης στον δημόσιο χώρο. Κάθε τι που συνδέεται με την Εκκλησία γίνεται εύκολα αντικείμενο κριτικής, πολλές φορές όχι για την ουσία του, αλλά απλώς επειδή υπάρχει.
Στις μεγάλες πόλεις, μέσα στον αδιάκοπο θόρυβο της καθημερινότητας, συζητούμε για τα ντεσιμπέλ της κωδωνοκρουσίας, για τη διάρκειά της, για το αν πρέπει να ακούγεται τόσο συχνά. Είναι πραγματικά παράδοξο πως, ανάμεσα σε κόρνες, μηχανές, συναγερμούς και κάθε λογής θορύβους, ο ήχος που ενοχλεί περισσότερο μοιάζει να είναι εκείνος της καμπάνας.
Την ίδια στιγμή, στα χωριά η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Τα σπίτια έχουν αδειάσει, τα σχολεία έχουν κλείσει, οι νέοι έχουν φύγει και οι αυλές μένουν σιωπηλές. Εκεί η καμπάνα δεν χτυπά επειδή υπάρχει πολύς κόσμος, αλλά επειδή ο κόσμος λιγόστεψε. Χτυπά σαν μια σιωπηλή πρόσκληση. Σαν μια ελπίδα ότι κάποιος θα την ακούσει, θα περάσει το κατώφλι του ναού, θα ανάψει ένα κερί, θα συναντήσει τον συνάνθρωπό του και θα θυμηθεί ότι ο τόπος του εξακολουθεί να ζει.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Στις πόλεις, εκεί όπου οι άνθρωποι είναι πολλοί, περισσεύει η ενόχληση. Εκεί όπου οι άνθρωποι λείπουν, περισσεύει η προσμονή. Στα χωριά περισσεύει η σιωπή και η καμπάνα προσπαθεί να τη διακόψει.
Αξίζει, όμως, να θυμηθούμε και κάτι ακόμη. Η καμπάνα δεν υπάρχει σήμερα για να μας δείξει την ώρα. Όλοι έχουμε ρολόγια, κινητά τηλέφωνα και κάθε είδους ψηφιακές συσκευές. Ο ρόλος της καμπάνας δεν είναι πλέον χρηστικός· είναι βαθιά συμβολικός και εκκλησιαστικός. Είναι η συνέχεια μιας παράδοσης αιώνων. Είναι η φωνή του ναού που καλεί τους πιστούς στη λατρεία, που αναγγέλλει τη χαρά της Ανάστασης, που συνοδεύει τις μεγάλες στιγμές της ανθρώπινης ζωής, που πενθεί, που πανηγυρίζει, που θυμίζει ότι υπάρχει μια κοινότητα με ιστορία και μνήμη.
Οι καμπάνες δεν είναι απλώς ένας ήχος. Είναι κομμάτι της πολιτιστικής και πνευματικής μας κληρονομιάς. Είναι η μνήμη των παππούδων και των γιαγιάδων μας, που μεγάλωσαν με αυτό το κάλεσμα όχι ως ενόχληση, αλλά ως στοιχείο της καθημερινότητάς τους.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι αν ενοχλούν οι καμπάνες. Ίσως το ερώτημα να είναι αν μας ενοχλεί αυτό που συμβολίζουν. Γιατί οι καμπάνες δεν άλλαξαν. Εξακολουθούν να χτυπούν όπως χτυπούσαν εδώ και αιώνες. Εκείνο που άλλαξε είναι ο τρόπος με τον οποίο τις ακούμε.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας: στις πόλεις ζητούμε να σιγήσουν οι καμπάνες, ενώ στα χωριά οι καμπάνες χτυπούν όλο και πιο επίμονα, όχι για να καλύψουν τον θόρυβο, αλλά για να σπάσουν τη σιωπή της ερήμωσης.
π.Σ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου