Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Φώτης Κόντογλου - Γιάννης ὁ Εὐλογημένος!


O γιος Βασίλης, σν περάσανε τ Χριστούγεννα, πρε τ ραβδί του κα γύρισε σ᾿ λα τ χωριά, ν δε ποις θ τόνε γιορτάσει μ καθαρ καρδιά. Πέρασε π λογιν-λογιν πολιτεες κι π κεφαλοχώρια, μ σ᾿ ποια πόρτα κι ν χτύπησε δν τ᾿ νοίξανε, πειδ τν πήρανε γι διακονιάρη. Κ᾿ φευγε πικραμένος, γιατ διος δν εχε νάγκη π τος νθρώπους, μ νοιωθε τ πόσο θ πονοσε καρδι κανενς φτωχο π τν πονι πο το δείξανε κενοι ο νθρωποι.
Μι μέρα φευγε π να τέτοιο σπλαχνο χωριό, κα πέρασε π τ νεκροταφεο, κ᾿ εδε τ κιβούρια πς τανε ρημαγμένα, ο ταφόπετρες σπασμένες κι ναποδογυρισμένες,κα τ νιόσκαφτα μνήματα ετανε σκαλισμένα π τ τσακάλια. Σν γιος πο ετανε κουσε πς μιλούσανε ο πεθαμένοι κα λέγανε: «Τν καιρ πο εμαστε στν πάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι φήσαμε πίσω μας παιδι κ᾿ γγόνια ν μς νάβουνε κανένα κερί, ν μς καίγουνε λίγο λιβάνι μ δν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπ στ κεφάλι μας ν μς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρ σν ν μν φήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι γιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ επε: «Τοτοι ο χωριάτες οτε σ ζωνταν δ δίνουνε βοήθεια, οτε σ πεθαμένον», κα βγκε π τ νεκροταφεο, κα περπατοσε λομόναχος μέσα στ παγωμένα χιόνια.
*
* *
Παραμον τς πρωτοχρονις φταξε σ κάτι χωρι πο ετανε τ πι φτωχ νάμεσα στ φτωχοχώρια, στ μέρη τς λλάδας. παγωμένος γέρας βογκοσε νάμεσα στ χαμόδεντρα κα στ βράχια, ψυχ ζωνταν δν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εδε μπροστά του μι ραχούλα, κι π κάτω της ετανε μι στρούγκα τρυπωμένη. γιος Βασίλης μπκε στ στάνη κα χτύπησε μ τ ραβδί του τν πόρτα τς καλύβας κα φώναξε: «λεστε με, τν φτωχό, γι τν ψυχ τν ποθαμένων σας κι Χριστός μας διακόνεψε σ τοτον τν κόσμο!». Τ σκυλι ξυπνήσανε κα χυθήκανε πάνω του, μ σν πήγανε κοντά του κα τν μυριστήκανε, πιάσανε κα κουνούσανε τς ορές τους κα πλαγιάζανε στ ποδάρια του κα γρούζανε παρακαλεστικ κα χαρούμενα. πάνω σ᾿ ατά, νοιξε πόρτα κα βγκε νας τσοπάνης, ς εκοσιπέντε χρονν παλληκάρι, μ μαρα στριφτ γένεια, Γιάννης Μπαρμπάκος, νθρωπος θος κι πελέκητος, προβατάνθρωπος, κα πρν ν καλοϊδε ποις χτύπησε, επε: «λα, λα μέσα. Καλ μέρα, καλ χρονιά!».
Μέσα στ καλύβι φεγγε να λυχνάρι, κρεμασμένο π πάνω π μία κούνια, πο ετανε δεμένη σ δυ παλούκια. Δίπλα στ τζάκι ετανε τ στρωσίδια τους κα κοιμότανε γυναίκα το Γιάννη. ατός, σν μπκε μέσα γιος Βασίλης, κ᾿ εδε πς ετανε γέρος σεβάσμιος, πρε τ χέρι του κα τ᾿ νεσπάσθηκε κ᾿ επε: «Νά χω τν εχή σου, γέροντα», κα τό λεγε σν ν τν γνώριζε κι π πρωτύτερα, σ νά τανε πατέρας του. Κα κενος το επε: «Βλογημένος νά σαι, σ κι λο τ σπιτικό σου, κα τ πρόβατά σου ερήνη το Θεο νά ναι πάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ γυναίκα κα πγε κα προσκύνησε κα κείνη τν γέροντα κα φίλησε τ χέρι του κα τ βλόγησε. Κι γιος Βασίλης ετανε σν καλόγερος ζητιάνος, μ μι σκούφια παλι στ κεφάλί του, κα τ ράσα του ετανε τριμμένα κα μπαλωμένα κα τ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εχε κ᾿ να παλιοτάγαρο δειανό. Γιάννης Βλογημένος βαλε ξύλα στ τζάκι. Κα παρευθύς, φεγγοβόλησε τ καλύβι κα φάνηκε σν παλάτι. Κα φανήκανε τ δοκάρια, σ νά τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ ο πητις πο ετανε κρεμασμένες φανήκανε σν καντήλια, κ᾿ ο καρδάρες κα τ τυροβόλια κα τ᾿ λλα τ σύνεργα πο τυροκομοσε Γιάννης, γινήκανε σν σημένια, κα σν πλουμισμένα μ διαμαντόπετρες φανήκανε, κα τ᾿ λλα, τ φτωχ τ πράγματα πού χε μέσα στ καλύβι του Γιάννης Βλογημένος. Κα τ ξύλα πο καιγόντανε στ τζάκι τρίζανε κα λαλούσανε σν τ πουλι πο λαλονε στν παράδεισο, κα βγάζανε κάποια εωδι πάντερπνη. Τν γιο Βασίλη τν βάλανε κ᾿ κατσε κοντ στ φωτι κ᾿ γυναίκα το θεσε μαξιλάρια ν κουμπήσει. Κι γέροντας ξεπέρασε τ ταγάρι του π τ λαιμό του κα τό βαλε κοντά του, κ᾿ βγαλε κα τ παλιόρασό του κι πόμεινε μ τ ζωστικό του.
Κι Γιάννης Βλογημένος πγε κι ρμεξε τ πρόβατα μαζ μ τν παραγυιό του, κ᾿ βαλε μέσα στν κοφινέδα τ νιογέννητα τ᾿ ρνιά, κι στερα χώρισε τς τοιμόγεννες προβατίνες κα τς κράτησε στ μαντρί, κι παραγυις τά βγαλε τ᾿ λλα στ βοσκή. Λιγοστ ετανε τ ζωντανά του, φτωχς ετανε Γιάννης, μ ετανε Βλογημένος. Κ᾿ εχε μία χαρ μεγάλη, σ κάθε ρα, μέρα κα νύχτα, γιατ ετανε καλς νθρωπος κ᾿ εχε κα καλ γυναίκα, κι ποιος λάχαινε ν περάσει π τν καλύβα τους, σν νά τανε δελφός τους, τν περιποιόντανε. Γι τοτο κι γιος Βασίλης κόνεψε στ σπίτι τους, κα κάθησε μέσα, σ νά τανε δικό του σπίτι, κα βλογηθήκανε τ θεμέλιά του. Κείνη τ νύχτα τν περιμένανε λες ο πολιτεες κα τ χωρι τς Οκουμένης, ο ρχόντοι, ο δεσποτάδες κ᾿ ο πίσημοι νθρποι μ κενος δν πγε σ κανέναν, παρ πγε κα κόνεψε στ καλύβι το Γιάννη το Βλογημένου.
*
* *
Τ λοιπόν, σν σκαρίσανε τ πρόβατα, μπκε μέσα Γιάννης κα λέγει στν γιο: «Γέροντα, χω χαρ μεγάλη. Θέλω ν μς διαβάσεις τ γράμματα τ᾿ η-Βασίλη. γ εμαι νθρωπος γράμματος, μ γαπ τ γράμματα τς θρησκείας μας. χω κα μία φυλλάδα π ναν γούμενο γιονορίτη, κι ποτε τύχει ν περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τν βάζω κα μο διαβάζει π μέσα τν φυλλάδα, γιατ δν χουμε κοντά μας κκλησία».
πιασε κα θαμπόφεγγε κατ τ μέρος τς νατολς. γιος Βασίλης σηκώθηκε κα στάθηκε κατ τν νατολ κ᾿ κανε τ σταυρό του, στερα σκυψε κα πρε μία φυλλάδα π τ ταγάρι του, κ᾿ επε: «Ελογητς Θες μν πάντοτε,νν κα ε κα ες τος αώνας τν αώνων». Κι Γιάννης Βλογημένος πγε κα στάθηκε π πίσω του, κ᾿ γυναίκα βύζαξε τ μωρ κα πγε κα κείνη κα στάθηκε κοντά του, μ σταυρωμένα χέρια. Κι γιος Βασίλης επε τ «Θες Κύριος» κα τ᾿ πολυτίκιο τς Περιτομς «Μορφν ναλλοιώτως νθρωπίνην προσέλαβες», δίχως ν πε κα τ δικό του τ πολυτίκιο πο λέγει «Ες πάσαν τν γν ξλθεν φθόγγος σου». φωνή του ετανε γλυκει κα ταπεινή, κι Γιάννης κ᾿ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ς μν καταλαβαίνανε τ γράμματα. Κ᾿ επε γιος Βασίλης λον τν ρθρο κα τν Κανόνα τς ορτς: «Δετε λαο σωμεν σμα Χριστ τ Θε, χωρς ν πε τ δικό του τν Κανόνα, πο λέγει «Σο τν φωνν δει παρεναι, Βασίλειε». Κ᾿ στερα επε λη τ λειτουργία κ᾿ κανε πόλυση κα τος βλόγησε.
Κα σν καθήσανε στ τραπέζι κα φάγανε κι ποφάγανε, φερε γυναίκα τ βασιλόπητα κα τν βαλε πάνω στ σοφρ. Κι γιος Βασίλης πρε τ μαχαίρι κα σταύρωσε τ βασιλόπητα, κ᾿ επε: «Ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος κ᾿ κοψε τ πρτο τ κομμάτι κ᾿ επε «το Χριστο» κ᾿ στερα επε «τς Παναγίας», κ᾿ στερα επε «το νοικοκύρη Γιάννη το Βλογημένου». Το λέγει Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τν η- Βασίλη!». Το λέγει γιος: «Ναί, καλά! κ᾿ στερα λέγει: «Το δούλου το Θεο Βασιλείου». Κ᾿ στερα λέγει πάλι: «Το νοικοκύρη, «τς νοικοκυρς», «το παιδιο», «το παραγυιο», «τν ζωντανν», «τν φτωχν». Τότε λέγει στν γιο Γιάννης Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δν κοψες γι τν γιωσύνη σου; Το λέγει γιος: «κοψα, Βλογημένε!» μά, Γιάννης δν κατάλαβε τίποτα, μακάριος. Κ᾿ στερα, σηκώθηκε ρθιος γιος Βασίλειος κ᾿ επε τν εχή του «Κύριε Θεός μου, οδα τι οκ εμ ξιος, οδ κανός, να π τν στέγην εσέλθς το οκου τς ψυχς μου».
Κ᾿ επε Γιάννης Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, πο ξέρεις τ γράμματα, σ ποι παλάτια ραγες πγε σν πόψε γιος Βασίλης; ο ρχόντοι κ᾿ ο βασιληάδες τί μαρτίες νά χουνε; μες ο φτωχο εμαστε μαρτωλοί, πειδς φτώχεια μς κάνει ν κολαζόμαστε». Κι γιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ επε πάλι τν εχή, λλοιώτικα: «Κύριε, Θεός μου, οδα τι δολος σου ωάννης πλος στν ξιος κα κανς να π τν στέγην του εσέλθς. τι νήπιος πάρχει κα τ μυστήριά Σου τος νηπίοις ποκαλύπτεται». Κα πάλι δν κατάλαβε τίποτα Γιάννης μακάριος, Γιάννης Βλογημένος...

 
 «Διηγήματα τν Χριστουγέννων», κδόσεις ρμός

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

ΣΗΜΕΡΟΝ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΕΚ ΠΑΡΘΕΝΟΥ (ήχος πλ β)

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΣ κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  148η

Χ Ρ Υ Σ Ο Σ Τ Ο Μ Ο Σ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ
ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΤΡΩΝ
 
 
Πρός
τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν.
 
 
 
Μέσα στὴ βαρυχειμωνιὰ τῆς πλήξης ἐξαἰτίας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεό ۠μέσα στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπογοήτευση πού βιώνομε, ἐξ αἰτίας τῆς θεοποίησης τοῦ ἑαυτοῦ μας. τώρα ποὺ ὑψώνομε ἀπεγνωσμένα τὰ χέρια καὶ ζητᾶμε βοήθεια, γιὰ νὰ μὴ καταποντισθοῦμε στὸ βυθὸ, ποὺ ἐδημιουργήσαμε μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ καὶ ἀδιάκριτη συμπεριφορά μας ۠ αὐτή τήν ὥρα, ἔρχεται γιὰ μιά ἀκόμα φορά Θεὸς, νὰ δώσῃ λύση στὸ ἀνθρώπινο δρᾶμα, νὰ ἁπαλύνῃ τὸν πόνο μας, νὰ μᾶς παρηγορήσῃ καὶ νά μᾶς θεώσῃ.

Ἔρχεται ὅπως τότε, ποὺ πόθος τῶν ἀνθρώπων γιὰ λύτρωση παρεβίασε τοῦ οὐρανοῦ τὶς πῦλες. Ἔρχεται, ταπεινά καί ἀθόρυβα, γιὰ νὰ γκρεμίσῃ τὰ τείχη τοῦ ἐγωισμοῦ, ποὺ ὑψώσαμε ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ παύσῃ τὸν θόρυβο, ποὺ μᾶς δημιουργῇ ἐσωτερικὴ ταραχὴ καὶ σύγκρουση καὶ γιὰ νὰ σώσῃ τὸ δημιούργημά του ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ τῆς ἀπελπισίας, τοῦ μίσους καὶ τῆς ὀδύνης τῆς ἁμαρτίας.

Κλίνας οὐρανοὺς κατέβῃ ὑπερτέλειος Θεὸς γενόμενος ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἐσκήνωσε μέσα στὰ πανάγια σπλάχνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου, τὴν ὁποία προσέφερε ὡς δοχεῖον καθαρώτατον καὶ ὡς κιβωτὸν πάγχρυσον, τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅμως «ὁ Θεός ἀεί γεννᾶται θέλων», διότι οὐδέποτε ἔπαυσε νά ἀγαπάῃ τό πλᾶσμα του, παρά τά ὅποια παραπτώματά μας.

Χριστούγεννα σήμερα. Ὁ Κύριός μας βαστάζεται στά Ἄχραντα χέρια τῆς Παναγίας μας. Ἡ Παναγία εἶναι ὁ τύπος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου διά τοῦ Σαρκωθέντος Κυρίου μας, σωζόμεθα.

Δὲν μποροῦμε, νὰ ἀτενίσωμε τὴν Παναγία χωρὶς τὸν Χριστό. Οὔτε δυνάμεθα, νά θεωρήσωμε τὴν Ἐκκλησία χωρὶς τὸν ἐνανθρωπήσαντα, τὸν καταβάντα μέχρις Ἅδου ταμείων καὶ ἐκ νεκρῶν ἀναστάντα Κύριό μας.

Ἕνα βασανιστικὸ ἐρώτημα, ὅμως, ἀνεβαίνει, ἀπὸ τὴν καρδιά μας.

Ἔχομε ἆρα γε συνειδητοποιήσει τὸ γεγονὸς τῆς κενώσεως, τοῦ ἀδειάσματος δηλαδή τοῦ Θεοῦ, τῆς ἄκρας Αὐτοῦ οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως ἢ μήπως ἀλλοτριωμένοι, ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη μας, ἀδυνατοῦμε νὰ συλλάβωμε τὸ μέγιστο θαῦμα;

Θὰ ὑπηρετήσωμε τὸ γεγονὸς τῆς θείας Σαρκώσεως ὡς ὁ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος μὲ ταπείνωση καὶ ὑπακοή, ἔκλινε γόνυ ἐνώπιον τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως ἢ θὰ ἐπιμείνωμε στὴν λογικὴ ἐξήγηση τῶν οὐρανίων πραγμάτων, ἀπολυτοποιώντας τήν φτηνή καί πεπερασμένη ἀνθρώπινη λογική καί θεοποιώντας τὸν ἑαυτό μας;

Θὰ σκύψωμε, νὰ προσκυνήσωμε τόν νηπιάσαντα Κύριο; Θά γίνωμε μέτοχοι τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας, στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ἤ θὰ τηρήσωμε τὴν στάση τοῦ Ἡρώδη, ἐξορίζοντες ἀπὸ τὴν ζωή μας τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο;

Ὁποιαδήποτε στάση, φέρει τὴν δική μας εὐθύνη ἀκεραία καὶ ἐπιφέρει τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα.

Ἀδελφοί μου, οἱ πάντες πλέον γνωρίζομε, ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει φτάσει στὰ ὅριά της. Ἡ Πατρίδα μας χρειάζεται ἔξοδο ἀπὸ τὸ τέλμα, τὴν ὀδύνη καὶ τὰ μαρτύριά της.

Ἡ κραυγὴ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἀκούεται δυνατὴ καὶ ἀντηχεῖ γοερὴ μέσα ἀπὸ τὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας, «Κύριε ἐλέησον».

Ὁ οὐρανὸς ἀκούει αὐτὴ τὴν ἀπελπισμένη ἀναζήτηση βοηθείας καὶ ἀπαντᾶ: «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία εἰ μὴ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ ἐνανθρωπήσαντι Θεῶ ἡμῶν, ὧ ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν

Παιδιά μου εὐλογημένα, σᾶς ἀσπάζομαι ὅλους μέ ἀγάπη πατρική καί εὔχομαι τά ἔτη σας νά εἶναι πολλά καί εὐλογημένα. 


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2011
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΕΟΡΤΗ



Την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου και ώρα 17:30 στην αίθουσα του Νέου Ιερού Ναού θα πραγματοποιηθεί η καθιερωμένη Χριστουγεννιάτικη εορτή των παιδιών του κατηχητικού σχολείου της ενορίας μας, όπου θα μας παρουσιάσουν ένα όμορφο θεατρικό δρώμενο, ποιήματα, τραγούδια και κάλαντα.

Σας περιμένουμε όλους με πολύ χαρά να απολαύσουμε τη γιορτή και να δώσουμε χαρά στα παιδιά μας.

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΕΚΑ




Την Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου  εορτή της Αγίας και ενδόξου μάρτυρος Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας και των αγίων ενδόξων Δέκα Μαρτύρων θα τελεστεί πανηγυρική Θεία Λειτουργία όπου θα τεθούν προς προσκύνηση τεμάχια λειψάνων των αγίων Δέκα Μαρτύρων.

Έναρξη όρθρου:  7:00
Λήξη Θείας Λειτουργίας: 9:45



ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Τοῦ ποιμενάρχου θρέμματα Χριστοῦ δέκα,
Εἰσηλάθη τμηθέντα μάνδρᾳ Μαρτύρων.
Εἰκάδι τῇ τριτάτῃ δέκα ἐν Κρήτῃ τάμον ἄνδρας.

Οι άγιοι Δέκα μάρτυρες μαρτύρησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος. Από αυτούς, οι μεν Θεόδουλος, Σατορνίνος, Εύπορος, Γελάσιος και Ευνικιανός, ήταν από τη Γορτυνία της Κρήτης. Ο Ζωτικός, από την Κνωσό. Ο Αγαθόπους από το λιμένα Πανούρμου. Ο Βασιλειάδης (ή Βασιλείδης) από την Κυδωνιά. Ο Ευάρεστος και ο Μόβιος (ή Πόμπιος, ή Πόντιος) από το Ηράκλειο.

Και οι δέκα με πολύ ζήλο εργάζονταν για τη διάδοση του Ευαγγελίου στο νησί. Καταγγέλθηκαν στον έπαρχο Κρήτης, που ήταν συνώνυμος του αυτοκράτορα, ονομαζόταν δηλαδή κι αυτός Δέκιος. Ο έπαρχος, όταν είδε την ανθηρή νεότητά τους και το αρρενωπό τους παράστημα, προσπάθησε να τους παρασύρει με πολλές υποσχέσεις εγκόσμιων απολαύσεων και ηδονών. Αλλά όταν είδε ότι τίποτα δεν πετύχαινε, διέταξε να τους μαστιγώσουν, και κατόπιν τους λιθοβόλησαν.


Οι γενναίοι μάρτυρες του Χριστού υπέμειναν ηρωικά τα βασανιστήρια, ενθυμούμενοι τα λόγια του ψαλμωδού: «
Ἀνδρίζεσθε καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον» (Ψαλμός Λ' στ. 25). Δηλαδή, να έχετε γενναίο και ανδρείο φρόνημα, και η καρδιά σας ας γίνεται κραταιά και ατρόμητη, όλοι εσείς που ελπίζετε στον Κύριο. Κατόπιν, με διαταγή του έπαρχου, οι στρατιώτες έκοψαν με τα ξίφη τους τις τίμιες κεφαλές των δέκα χριστιανών Αγίων.


 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
" Την πολυθαύμαστον Κρήτην τιμήσωμεν, την εξανθήσασαν άνθη τα τίμια, τους μαργαρίτας του Χριστού, Μαρτύρων τους ακρέμονας. Δέκα γαρ υπάρχοντες, αριθμώ οι μακάριοι, δύναμιν μυρίοπλον των δαιμόνων κατήσχυναν· διο και τους στεφάνους εδέξαντο, Μάρτυρες Χριστού οι καρτερόψυχοι."


Πηγή:  Ορθόδοξος συναξαριστής
http://www.saint.gr/3313/saint.aspx